Αρχείο ετικέτας Θαύμα Ιδέσθαι

Μάγδα Τσιρογιάννη, «Θαύμα Ιδέσθαι», diastixo.gr, (ανακτήθηκε στις 21. 6. 2015).

ΘΑΥΜΑ ΙΔΕΣΘΑΙ

της Μάγδας Τσιρογιάννη

Πιάνω το ποίημα προσεκτικά και το ανοίγω προσπαθώντας ν’ ακούσω τη φωνή του και να αισθανθώ τα νοήματα, δηλαδή τις ρίζες και την απήχηση της γραφής. Στην κυρίαρχη ιδεολογία του ελεύθερου στίχου, αυτό που φαινόταν ότι θα ελευθέρωνε τη δημιουργία από την τυραννία των παραδεδομένων τρόπων (ομοιοκαταληξία και μέτρο) έκανε την ποίηση ξέφραγο αμπέλι και μας γέμισε με εσωτερικούς μονολόγους σε διακεκομμένες αράδες. Ανούσιο μορμύρισμα, λεκτικά στιγμιότυπα, κινούμενη άμμος όπου οι –ομολογουμένως ευφυείς, πολλές φορές– μεταφορές σαρώνονται από την απουσία οποιουδήποτε ουσιαστικού πεδίου αναφοράς, αφήνοντας το πολύ πολύ μια ισχνή αίσθηση που προορίζεται να σβήσει. Βεβαίως δεν είναι κατακριτέα η ανάγκη της έκφρασης, όμως λίγες εκφράσεις λειτουργούν.

ΑΝΔΡΙΑΝΤΑΣ

Όταν οι άλλοι

με άρματα και σπαθιά

πολεμούσαν.

Εκείνος έστρωσε

το μανδύα στα κύματα

και πέρασε τον Ωκεανό.

Με το αλάτι τριγύρω του

να μετατρέπεται

αργά σε μάρμαρο.

Άγαλμα έγινε στους αιώνες

που τα σκυλιά στη βάση του

κατουρούσαν.

Το ποίημα «Ανδριάντας» της Αθηνάς Παπαδάκη, διαρθρωμένο με τρεις τελείες σε τρία σύνολα ακολουθούμενα από τρεις καταληκτικούς στίχους, ορίζει αργό βηματισμό. Ο μανδύας που εκείνος «έστρωσε/ στα κύματα/ και πέρασε τον Ωκεανό» μου φέρνει στον νου το μαντίλι που έδωσε η μυθική θαλάσσια θεότητα Λευκοθέα στον Οδυσσέα κι εκείνος το άπλωσε στο στήθος του και σώθηκε στην τρικυμισμένη θάλασσα. Οι τρεις πρώτοι στίχοι με παραπέμπουν σε πολεμικές σκηνές της ηρωικής εποχής και το κεφαλαίο Ωμέγα, στη λέξη Ωκεανός, με οδηγεί στον χώρο της ελληνικής μυθολογίας. Στο τρίτο σύνολο, με το αλάτι που μετατρέπεται αργά σε μάρμαρο, παρακολουθώ τη μεταστοιχείωση από κάτι ρευστό και λίγο (νερό και αλάτι) σε κάτι στέρεο και συμπαγές (το μαρμάρινο άγαλμα). Τέλος, οι δύο καταληκτικοί στίχοι με προσγειώνουν στη δεύτερη κατώτερη φυσική λειτουργία των θηλαστικών και μου υπενθυμίζουν την ευαγγελική ρήση, να μη δίνουμε τον άρτο στα σκυλιά, οδηγώντας τη σκέψη μου στον Χριστό, αφού κι εκείνος περπάτησε πάνω στα κύματα. Τι συναποκομίζω, λοιπόν, από την αφήγηση των τριών πρώτων μερών και τους δυο τελευταίους στίχους με τη ρητή ανατροπή, τόσο προσφιλή στα λογοτεχνικά ήθη;

Προσπαθώντας να εμβαθύνω στον ελλειπτικό, αποσπασματικό, κοφτό και άκρως φειδωλό τρόπο έκφρασης της ποιήτριας, προσεγγίζω τις δύο λέξεις του τίτλου. Το ουσιαστικό θαύμα με οδηγεί στις λέξειςθαυμάζω, θαμπώνομαι, θάμβος, θεώμαι και η λέξη ιδέσθαι, από το αρχαίο ρήμα οράω-ορώ (βλέπω, κοιτάζω, είμαι στραμμένος, προσέχω, προνοώ) με συνδέει με τις λέξεις είδωλο, ιδέα, ιδεατός, όλες σχετικές με τη λειτουργία της όρασης και της νόησης επίσης. Στο ποιητικό ιδίωμα της ποιήτριας υπάρχουν πολλές λέξεις από τη θρησκευτική και την αρχαία παράδοση, τόσο στα ποιήματα όσο και στους τίτλους των ποιητικών συλλογών της (Αρχάγγελος από μπετόν, Η αμνάδα των ατμών, Γη και πάλι, Ωχροτάτη έως του λευκού, Λέαινα της βιτρίνας, Η άγρυπνη των ουρανών, Στη βασιλίδα του εξώστη, Ο θάνατος και η κόρη, Προς άγνωστον, Με λύχνο και λύκους, Θαύμα ιδέσθαι), που προϊδεάζουν για την ενδοχώρα της φωνής και μας παραπέμπουν στην Ιστορία της ελληνικής γλώσσας.

Τα ολιγόστιχα ποιήματα, μερικά ακαριαία, στο Θαύμα ιδέσθαι συγκροτούν τέσσερις επιμέρους ενότητες. Την πρώτη, με τίτλο «Απόκρυφα λουτρά», με αναφορά σ’ έναν πίνακα του Ντε Κίρικο, τη διαβάζω σαν ακολουθία ζωής και θανάτου. «Βαρύ από τη ζωή/ το σώμα μου/ Ξετυλίγω τη φασκιά του/ Φτάνοντας ως τα βαθιά γεράματα της πόλης». Σ’ αυτά τα ποιήματα, κατά το πλείστον με υδάτινες εικόνες, η ηχώ της συγκρατημένης ελεγείας αγγίζει την άφευκτη συνθήκη της ύπαρξης, όπως στους στίχους «για ν’ αρπάξω την μπάλα/ που μου πετάει του Φωτός ο Ποιμένας». Γέννηση, ζωή, κρίση, θάνατος μέχρι να λήξουν τα οφειλήματα των τυραννισμένων κι αυτός που δεν κατονομάζεται στο τελευταίο ποίημα νίψει τας χείρας του και καλέσει τον υγρό δήμιο εκεί που «Τρέχει/ ζώο σε πανικό/ ο απόρρητος ρύπος».

Στη δεύτερη ενότητα, με τίτλο «Θυρίδες αινιγμάτων», μια μεταφορά που απαιτεί εξοικείωση, το ουσιαστικό θυρίδες με εισάγει σ’ έναν μικρό χώρο, μέσα σ’ έναν άλλον μεγαλύτερο. Διαβάζω στο λεξικό: «θυρίδες: ορθογώνια κουτιά […] τα οποία προορίζονται για […] φύλαξη […] πολύτιμων αντικειμένων» και σκέφτομαι τις μικρές εσοχές, λαξεμένες θήκες λατρευτικών αγαλμάτων σε αρχαία ιερά. Στα έξι ποιήματα της ενότητας κυριαρχούν σκηνές και εικόνες που δοξάζουν το δώρημα της ζωής, δεδομένης όμως της λέξης αινιγμάτων που δείχνει την αινιγματική, διττή φύση της ύπαρξης, η οποία κινείται αδιάκοπα με ζωή και θάνατο ακαταπαύστως. Εκεί κάποιος, ενδεχομένως του Φωτός ο Ποιμένας της πρώτης ενότητας, «κάθε μέρα/ θερίζει του κόσμου το φως» και τα πάντα σκιάζονται όπως στο τελευταίο ποίημα «Σέρνεται ο Ίσκιος/ πίσω απ’ την ηλιόλουστη», όπου προσλαμβάνω την ηλιόλουστη ως ουσιαστικό και δόξα του επιθέτου.

Ο τίτλος «Έναστροι» στην τρίτη ενότητα αναφέρεται, πρώτον, σε συγκεκριμένα πρόσωπα, σύγχρονα, μυθολογικά, ιστορικά και, δεύτερον, στην οντότητα, την πόλη Αθήνα – λέξη, με ανεβασμένο κατά μία συλλαβή τον τόνο από το όνομα Αθηνά, βαφτιστικό της ποιήτριας και της μεγάλης αρχαίας θεάς της σοφίας. Εδώ έχουμε και το μεγαλύτερο ποίημα της συλλογής, «Οι Έναστροι», με επιτόπου γείωση στο πραγματικό από τους προϊστορικούς, μυθικούς προπάτορες και τους ιστορικούς χρόνους, όταν «η Κεχαριτωμένη/ Κάποτε πρόσφερε/ στη γη ένα σωτήρα/ Ακόμα ένα στους έναστρους προπάτορες», μέχρι το σήμερα. Η Μωρή Αθήνα, η Σοφή Αθήνα κυριαρχεί με τη σημερινή παρουσία της σ’ αυτή την ενότητα και «Λάμπει αληθινή σε όλες τις αιχμές της/ Πυκνή από αγάπη/ Κι ολόγυρά της συναγερμοί».

Μετά τις ιστορικές νύξεις της προηγούμενης ενότητας, βρισκόμαστε «Στο κέντρο της πόλης», την τέταρτη ενότητα, η οποία περιλαμβάνει δέκα ποιήματα περιγράφοντας το σήμερα με τους χαρακτηριστικούς τίτλους «Στενά Δουλείας», «Στα έσχατα», «Πλατεία ανάργυρη». Η ποιήτρια, γεννημένη στην Αθήνα, πρόλαβε την εποχή πριν η πόλη κατακτιστεί και γεμίσει πολυκατοικίες. «Εδώ ας σταθώ,/ Στα γενέθλια στενά,/ γωνία Ηπείρου και Λιοσίων./ Ν’ αφουγκραστώ/ τον αλειτούργητο,/ των φτωχών πλανήτη». Αυτή η περιοχή της πόλης, όπου η μάνα «με κοσμήματα σεμνά» έβγαινε για μια βόλτα, είναι τώρα γεμάτη ξένους. Ο μετανάστης, ο εξόριστος, ο ξένος, ο φτωχός, ένα πλήθος αμέτρητο αφού δεν έχουμε πλήρη καταγραφή, έχουν εδώ την τιμητική τους. Με συμπάθεια για τον πλησίον, τον άνθρωπο που «Κρυφά με τα ξυλάρμενα έφτασε/ οι συμφορές στα ρούχα του/ μαύρες τρύπες άνοιγαν/ απ’ όπου την παλάμη έβγαζε/ να διακονεύει», ορίζεται ο ξένιος τρόπος δεξίωσης της διαφοράς, που προσθέτει στον συγκρατημένο λυρισμό της ποιήτριας πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις.

Το κλείσιμο της τέταρτης και τελευταίας ενότητας, με τίτλο «Ο απομηχανής Θεός», με το δίστιχο «Λεπτοτάτη του έαρος/ Αθήνα μου» ανάλογο με το ωραίο κλασικό προφίλ με τα ευφρόσυνα χρώματα που κοσμεί το εξώφυλλο, έργο του ζωγράφου Ανδρέα Καράμπελα, ισορροπεί τις αντιθέσεις και τα δεινά. Η μετοχή στην έκφραση της ποιήτριας δεν είναι εύκολη. Διαβάζοντας με υπομονή και προσοχή το Θαύμα ιδέσθαι, έχω την εντύπωση ότι προσέγγισα κάπως το υλικό της και την ενδοχώρα της φωνής. Στην εποχή μας, που η αποθέωση της απουσίας της μορφής στις εικαστικές τέχνες και η διαβόητη διολίσθηση του νοήματος έχουν τόσους πιστούς, θεωρώ κατόρθωμα το να μπορεί μια λογοτεχνική μορφή να με οδηγήσει πιο πέρα απ’ την περιοχή των ατομικών αισθημάτων. Η αναφορά στις γνωστικές περιοχές απ’ όπου νοηματοδοτούνται οι λειτουργικές μεταφορές και οι εικόνες της ποίησης της Αθηνάς Παπαδάκη θα απαιτούσε πολύ χρόνο. Με δωρικό βηματισμό, κυριαρχημένο συναίσθημα και ελλειπτικό, λακωνικό λόγο, οι οντολογικές διανοίξεις, τόσο συχνές στην ποίησή της, προικίζουν τα ποιήματα με το ρίγος του ύψους και τα γειώνουν στην περιοχή του πραγματικού. Με σχεδόν σαράντα χρόνων αδιάλειπτη εκδοτική παρουσία, η ποιήτρια καταθέτει την ευαισθησία της και μας συνδέει με πολλά.

Το βιβλίο εκδόθηκε με προσωπική φροντίδα και διατίθεται στο Έναστρον, Σόλωνος 101, Αθήνα.

Θαύμα ιδέσθαι Αθηνά Παπαδάκη εικονογράφηση: Ανδρέας Καράμπελας Ιδιωτική έκδοση 55 σελ.Θαύμα ιδέσθαι
Αθηνά Παπαδάκη
εικονογράφηση: Ανδρέας Καράμπελας
Ιδιωτική έκδοση
55 σελ.

Πέρσα Κουμούτση, «Θαύμα Ιδέσθαι, της Αθηνάς Παπαδάκη», poeticanet.gr, (ανακτήθηκε στις 21. 6. 2015).

ΑΘΗΝΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

«Θαύμα Ιδέσθαι»

Γράφει η Πέρσα Κουμούτση

Σπαραχτική, με ψήγματα ανεπαίσθητου σαρκασμού και ειρωνείας, οξυδερκής, υπαινικτική και αμφισβητική θα μπορούσε να αποκαλέσει κανείς την ποίηση της Αθηνάς Παπαδάκη στη νέα της ποιητική συλλογή με τον τίτλο, που εύστοχα επέλεξε, «Θαύμα Ιδέσθαι». Θαύμα που παρατηρεί η ίδια με ένα μίγμα αμέριστης προσοχής, δέους, αλλά και καχυποψίας ταυτόχρονα. Με διάθεση αυστηρά επικριτική, αλλά και μιας υπολανθάνουσας ή άδηλης επιθυμίας να το διερευνήσει βαθύτερα, εντονότερα. Η «έκπληξη» της ζωής και του έρωτα, που μετέχει πάντα δυο όψεων, της σκληρότητας και της τρυφερότητας, της ακαμψίας και της ρευστότητας, της ηδύτητας αλλά και του πόνου. Κι είναι αυτές οι δυο όψεις που κυριαρχούν στην ποίηση της, γιατί, αν διαβάσει κανείς με προσοχή τους στίχους της, ειδικά στα δυο πρώτα μέρη της συλλογής, θα διακρίνει ότι πέρα από την ίδια αυτή σπαραχτική φωνή, πέρα από την αίσθηση της απογοήτευσης και της ματαίωσης που ανιχνεύει ο αναγνώστης στις σελίδες της, η ουσία διέπεται από μια εσωτερική, αδιαφανή σχεδόν λαχτάρα, που επιθυμεί να ξεπηδήσει στην επιφάνεια, παρά τις ενστάσεις της ίδιας της ποιήτριας. Και ενώ το έχει αποφασίσει ότι θα είναι αυστηρή, καταγγελτική, δεικτική ενδεχομένως, απέναντι στα ζητήματα της ζωής και τις διαψεύσεις της, πίσω από την επιφανειακή σκληρότητα, ελλοχεύει μια τέτοια ευαισθησία, ξεχειλίζει μια τέτοια τρυφερότητα, που μόνο μια γυναίκα μπορεί να αποτυπώσει στο χαρτί. Στη μικρή αυτή συλλογή και μικρών σε μέγεθος ποιημάτων, αποτυπώνει  την έκπληξη της  για τη  ζωή, τον έρωτα και τον χρόνου που πέρασε, ιδωμένα, ωστόσο, με τα μάτια της πείρας, της αυτογνωσίας και της αυτεπίγνωσης. Γιατί και η πείρα έχει κι αυτή τον πρωταρχικό της λόγο στη συγκεκριμένη συλλογή, προσδίδοντας στις έννοιες που πραγματεύεται τη φιλοσοφική τους διάσταση και τη θεώρηση της ίδιας της ποιήτριας σε μια πιο ώριμη πια ηλικία, όχι τόσο βιολογική, αλλά βιωματική.

Από τους πρώτους κιόλας στίχους της, στο πρώτο μέρος της συλλογής, που φέρει τον τίτλο «Απόκρυφα Λουτρά», εμπνευσμένοι από την ενότητα έργων του ντε Κίρικο, μας εισάγει σε αυτές τις αντίθετες και αντιφατικές όψεις, ανατρέποντας αριστοτεχνικά την πεζή καθημερινότητα, καθιστώντας τη θαυμαστή, περίβλεπτη. Με τα μάτια στραμμένα στο έδαφος του σπιτιού της, για παράδειγμα, το διαπερνά, ακυρώνοντας τη συμπαγή του επιφάνεια ή μεταμορφώνοντας τη σε υγρό στοιχείο, σε μια θάλασσα που διαβρώνει τη σκληρότητα  και την ακαμψία του χρόνου και που μέσα της, ακόμα κι αν δεν το επιθυμεί , δεν μπορεί παρά να χαθεί, να βυθιστεί. Η υγρασία της ζωής που θέλει να τη διαπεράσει, ακόμα κι αν αυτή  παριστάνεται ως τιμωρός, ως «υγρός δήμιος».  «Άνοιξαν τα σανίδια, τους ρόζους, σαν καταπακτές/ και γλίστρησα/ στις τσουλήθρες των υδάτων/ φθάνοντας ως τα βαθιά γεράματα της πόλης./ Αργά είδα τα πόδια μου, νωπά, έτσι όπως άγγιζαν αλλοτινής ζωής δροσιά.»

Στο δεύτερο μέρος της συλλογής, με τον τίτλο «Θυρίδες αινιγμάτων», η ποιήτρια συνεχίζει να οραματίζεται το υγρό στοιχείο, τη θάλασσα, το κύμα που ευελπιστεί να διαβρώσει, να σπάσει το δίχτυ του καιρού και να το εξαφανίσει, αποκαλύπτοντας εξαρχής «το χρυσαφένιο δακτυλίδι του». Έπειτα είναι και εκείνο το φως, που φθίνει/ξεθωριάζει, εξαφανίζοντας άτσαλα τα αλλοτινά μας όνειρα, βαθαίνοντας πιο πολύ τις πληγές του χρόνου που «περνά την αγαπημένη του, μπρισίμι, από του σκότους το βελόνι». Θα έλεγα ότι το μαγικό στοιχείο και η παραμυθία διέπουν τις δυο ενότητες αντίστοιχα  υπογραμμίζοντας κι αναδεικνύοντας την αλληγορική, υπερρεαλιστική διάσταση των στίχων. Ενώ, το τρίτο μέρος, που τιτλοφορείται «Έναστροι», και είναι μεγαλύτερο σε έκταση από τα άλλα, θα το χαρακτήριζα ως ένα μικρό φόρο τιμής σε πρόσωπα από το παρελθόν, που φέρουν όμως χαρακτηριστικά του σύγχρονου ανθρώπου: Ο Ιησούς, η Αθηνά, ο Θησέας, η Ιφιγένεια, ο Βάκχος πρόσωπα ιστορικά, κι άλλα δανεισμένα από τα παραμύθια, όπως η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, ξεπηδούν από τις σελίδες τους, για να περιπλανηθούν στις δαιδαλώδεις ατραπούς της ίδιας της ζωής, που αποτυπώνεται εντέχνως στο πρόσωπο της σύγχρονης πόλης: μιας σύγχρονης Αθήνας που δε φέρει πια τίποτα από τα παλιά της χαρακτηριστικά, μια πόλη με άγνωστο κι αποκρουστικό προσωπείο. Παρόλα αυτά η ποιήτρια παίρνει τον αναγνώστη της από το χέρι και μαζί του περιπλανιέται στα σκυθρωπά δρομάκια της, τον ξεναγεί στις εξαθλιωμένες γειτονιές και τους βρόμικους δρόμους της.. Οι «αστικές» της βόλτες, δεν είναι παρά η σκληρή αποτίμηση των ημερών, και των προσώπων, που μοιάζουν βγαλμένα από τα σπλάχνα της ή σαν πρόσωπα αποτυπωμένα σε πίνακες πλανόδιων ζωγράφων. Άνθρωποι κυρτωμένοι από τα άλγη, ακυρωμένοι. Πρόσωπα που κοιτάζουν με βλέμματα κενά ή απλανή «τις οδομαχίες των αδέσποτων σκύλων» Ενώ «Οι συμφορές στα ρούχα του/ μαύρες τρύπες άνοιγαν/ απ’ όπου την παλάμη έβγαζε να διακονεύει./ Από τις αστραπές».  Άνθρωποι ανώνυμοι, που έρχονται και φεύγουν στο κέντρο της πόλης, στο κέντρο του βίου, και έπειτα εξαφανίζονται αθόρυβα.. Ωστόσο, πέρα από την επιφανειακή ανυπαρξία τους και πίσω από την ασχήμια, την αλλοτρίωση και την κατάντια της σύγχρονης ετούτης πόλης, η ποιήτρια έρχεται για να μας ξαφνιάζει και πάλι με τον τελευταίο στίχο της, στον οποίο την εξυμνεί και την δοξάζει, αποκαλώντας τη: «Λεπτότατη του έαρος, Αθήνα μου». Οι κοινωνικοί προβληματισμοί αν και είναι περισσότερο εμφανείς σε αυτό το μέρος, διέπουν σχεδόν το σύνολο των ποιημάτων της συλλογής.

 Όσο για το λόγο της Αθηνάς Παπαδάκη, θα έλεγα πως είναι σύντομος, κοφτός, αισθαντικός, σε κάποια σημεία σχεδόν ασθματικός, πυκνός όμως πάντα σε νοήματα και υπαινιγμούς για ότι συνιστά τη ζωή και το χρόνο, αλλά κυρίως το άτομο που χάνεται στη δίνη του.